Άρθρα ιστορικού περιεχομένου για τις Συνομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής (C.S.A. 1861-1865) που δημοσιεύονται στο ιστολόγιό μου Κόκκινος Ουρανός


Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Στις 3 Απριλίου 1865 έπεσε το Ρίτσμοντ. (‘The Night They Drove Old Dixie Down’)


Στις 3 Απριλίου του 1865 το Richmond της Virginia, η πρωτεύουσα της Συνομοσπονδίας (CSA) κατά τη διάρκεια του πολέμου της απόσχισης έπεσε στα χέρια του στρατού της Ένωσης.

Το Richmond και η Ουάσιγκτον, η πρωτεύουσα της Ένωσης χωρίζονταν μεταξύ τους με μια απόσταση λιγότερο από 100 μίλια. Στις αρχές του πολέμου, (που έμεινε γνωστός ως «εμφύλιος») οι Νότιοι κόντεψαν να κατακτήσουν την Ουάσιγκτον, μετά τη νίκη τους στη μάχη του First Bull Run. Αν ο στρατηγός Lee ακολουθούσε τη συμβουλή, τον Ιούνιο του 1863 να οδηγήσει τον στρατό ανατολικά αντί να εμπλακεί με τον Meade στο Gettysburg, η συνομοσπονδία θα μπορούσε να έχει καταλάβει την Ουάσιγκτον και ο ηρωικός πόλεμος της ανεξαρτησίας του Νότου να είχε στεφθεί με επιτυχία.
Τώρα όμως ήρθε το τέλος…



 


Ο ποιητής Carl Sandburg (1878-1967), γράφει: «... λίγο μετά το ξημέρωμα στις 3 Απριλίου, ένα πλήθος από χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά κατέκλυσαν τις πόρτες της αποθήκης. Αντιπροσώπευαν το μέρος του λαού του Richmond που είχε πληγεί περισσότερο από την έλλειψη τροφίμων και των υψηλών τιμών. Πολλοί από αυτούς δεν είχε γευτεί ένα πλήρες, θρεπτικό γεύμα εδώ και μήνες. Πίσω από τις πόρτες της αποθήκης είχαν ακούσει - και άκουσαν σωστά – υπήρχαν βαρέλια με ζαμπόν, μπέικον, ουίσκι, αλεύρι, ζάχαρη, καφέ. Γιατί δεν τα είχαν δώσει στον στρατηγό Lee και στον πεινασμένο στρατό του ήταν μια ερώτηση που κανένας αρμόδιος δεν απάντησε. Η απόγνωση των ανθρώπων τους έκανε να ορμήσουν σαν άγρια ζώα και να σπάσουν τις πόρτες, τις οποίες πλέον δεν  φύλασσαν οπλισμένοι άνδρες.
Αλλά ας πάμε λίγο πίσω.
Στις 24 Δεκεμβρίου 1864 ο στρατηγός των Βορείων Ουίλλιαμ Σέρμαν μπαίνει σταν Σαβάννα (Georgia), η οποία λεηλατείται. Φεύγει στις 1 Φεβρουαρίου με 60000 άντρες για να προλάβει τον στρατηγό Γκραντ μπροστά στο Ρίτσμοντ. Η Νότια Καρολίνα, το λίκνο της Απόσχισης, βρίσκεται στο δρόμο του και θα γνωρίσει την φρίκη. Κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει την προέλαση αυτών των λυσσασμένων σκυλιών.

Στις 17 Φεβρουαρίου ο Σέρμαν (που έπασχε από κρίσεις παράνοιας και θεωρείται σήμερα ο πρώτος εγκληματίας πολέμου της Ιστορίας) μπαίνει στην Κολούμπια, την πρωτεύουσα της Ν. Καρολίνας. Το ίδιο βράδυ η πόλη παραδίνεται στις φλόγες. Οι μεθυσμένοι Γιάνκηδες στρατιώτες λεηλατούν τα σπίτια και κακοποιούν τους κατοίκους πριν τραπούν σε φυγή. Μαίνονται αχαλίνωτα τα πιο κτηνώδη ένστικτα, με την ενθάρρυνση της ατιμωρησίας, τον φθόνο και την εκδίκηση.


Ο στρατηγός Λη, μετά από την επανεκλογή του Λίνκολν (Νοέμβριος του 1864), δεν τρέφει πλέον καμία αυταπάτη σχετικά με την εξέλιξη της σύγκρουσης. Ξέρει ότι το παιχνίδι έχει χαθεί. Όπως υπαγορεύει το καθήκον του, δεν ενημερώνει τον πρόεδρο Ντέιβις για αυτή του την άποψη. Για τους άντρες και τους υφισταμένους του παραμένει το σύμβολο της ελπίδας. Το καθήκον του σαν στρατιώτης είναι να πολεμήσει μέχρις εσχάτων και δεν είναι χαρακτήρας που υποχωρεί. Παρόλα αυτά όμως η τελική πτώση είναι πλέον προ των πυλών. Ο χειμώνας μπροστά στο Ρίτσμοντ είναι μια κόλαση. Μετά από την καταστροφή της κοιλάδας του Σεναντόα από τον Σέρινταν εξαντλήθηκαν και οι τελευταίες πηγές εφοδιασμού Η πείνα, η πραγματική πείνα, είναι που οδηγεί στον θάνατο, βασανίζει την πρωτεύουσα και όσους την προστατεύουν. Ο στρατηγός Λη δεν δέχεται διαφορετικές συνθήκες από εκείνες των ανδρών του. Μια μέρα δέχεται στο τραπέζι του έναν προσκεκλημένο. Το μοναδικό κομμάτι κρέας είναι τόσο μικρό που κανείς δεν τολμά να σερβιριστεί. Επιπλέον, ο Λη μοιράζει στους άντρες του τα μάλλινα ρούχα που προέρχονται από τους κατοίκους.


Οι στρατιώτες που έχουν διαβάσει το μυθιστόρημα του Βίκτωρος Ουγκώ, «Οι Άθλιοι», δημιουργούν ένα λογοπαίγνιο αποκαλώντας τους εαυτούς τους ‘Οι Άθλιοι του Λη’. Καταβάλλουν προσπάθειες να γελάσουν με τις συνθήκες τους. «Σε αυτόν τον στρατό, λένε, μια τρύπα στο παντελόνι σημαίνει ότι είσαι λοχαγός, δυο τρύπες ότι είσαι υπολοχαγός και αν δεν υπάρχει ύφασμα σημαίνει ότι ο κάτοχος είναι στρατιώτης».

Στις 6 Φεβρουαρίου 1865 το συνομοσπονδιακό Κογκρέσο αποφασίζει να διορίσει τον στρατηγό Λη αρχιστράτηγο του Νότου. Αυτό το καθυστερημένο μέτρο δεν μπορεί να έχει πρακτικό αποτέλεσμα, γιατί τα στρατεύματα δεν υπάρχουν πλέον.


Τα ξημερώματα της 25 Μαρτίου 1865 οι Νότιοι επιχειρούν να ανοίξουν ένα πέρασμα στις γραμμές των Βορείων, μπροστά στο Ρίτσμοντ. Το πρώτο μέρος της επιχείρησης επιτυγχάνει, αλλά οι άντρες είναι τόσο εξαντλημένοι που πέφτουν στο έδαφος και δεν μπορούν να συνεχίσουν την επίθεση. Ο Λίνκολν και ο Γκραντ θέλουν να τελειώνουν, Το Σάββατο 1 Απριλίου οι Βόρειοι εξαπολύουν επίθεση σε όλο το μήκος της παράταξης. Μπροστά τους δεν υπάρχουν πλέον παρά φαντάσματα. Η πρώτη γραμμή διαλύεται. Την επόμενη μέρα ο Λη ανασχηματίζει το αμυντικό μέτωπο, αλλά η τελική καταστροφή είναι πλέον ζήτημα ωρών. Τηλεγραφεί στο Ρίτσμοντ ώστε η κυβέρνηση να ετοιμαστεί να εκκενώσει την πρωτεύουσα.

Ο πρόεδρος Ντέιβις παρακολουθεί την θεία λειτουργία στην επισκοπική εκκλησία του Αγίου Παύλου όταν του παραδίδεται το μήνυμα του Λη. Σηκώνεται αμέσως από το στασίδι και βγαίνει με αξιοπρέπεια, με απόλυτα ψυχραιμία. Στις 3 ένα ειδικό τραίνο μεταφέρει τα μέλη της κυβέρνησης στο Ντάνβιλ (Danville).


Στην διάρκεια τας νύχτας ο στρατηγός Γιούελ, ο οποίος συνεχίζει να προστατεύει την πόλη, λαμβάνει διαταγές να αποσυρθεί. Το Ρίτσμοντ παραδίνεται στις φλόγες. Οι πρώτοι Βόρειοι μπαίνουν τα ξημερώματα στην μέχρι τότε απαραβίαστη πρωτεύουσα.

Την ίδια στιγμή ο Λη εγκαταλείπει το Πέτερσμπουργκ, αφού καταστρέψει τις αποθήκες πυρομαχικών. Οι ελάχιστοι στρατιώτες που έχουν απομείνει είναι νηστικοί τριάντα έξι ώρες. Ντυμένοι με κουρέλια, με εδώ κι εκεί ένα κομμάτι αιματοβαμμένο ύφασμα να καλύπτει κάποιο μέλος του σώματος, oι στρατιώτες προχωρούν ακόμα. Στις 7 Απριλίου 1865 ο Γκραντ τους στέλνει ένα σημείωμα με το οποίο τους ζητάει να παραδοθούν για να αποφύγουν περαιτέρω ανώφελες πλέον συγκρούσεις.
"The Night They Drove Old Dixie Down"



 Το 1969 το καναδέζικο συγκρότημα ‘The Band’ ηχογράφησε το γνωστό folk τραγούδι "The Night They Drove Old Dixie Down" (που αργότερα έγινε επιτυχία και από την Joan Baez). Το τραγούδι γράφτηκε από τον Robbie Robertson, ο οποίος το εμπνεύστηκε όταν κάποτε πήγε στο Νότο και άκουγε τους ανθρώπους εκεί να λένε "Well don't worry, the South's gonna rise again". Στην αρχή του φάνηκε αστείο, αλλά καθώς το άκουγε συνέχεια, ένιωσε τον πόνο και την θλίψη για ένα όνειρο που χάθηκε και ένα λαό που με την βία αναγκάστηκε να υποταχθεί στην ‘Ένωση’ που με την σειρά της γέννησε το γνωστό Αμερικάνικο ‘Imperium’... 

Στο τραγούδι μιλάει ένας απλός Νότιος στρατιώτης, ονόματι Virgil Caine που υπηρετούσε στο "τρένο Danville" (η γραμμή Ρίτσμοντ - Danville, ήταν η κύρια γραμμή τροφοδοσίας της πρωτεύουσας του Νότου και συνέδεε τον υπόλοιπο Νότο).

Το τραγούδι αναφέρεται στις συνθήκες του χειμώνα στις αρχές 1865, στις νότιες πολιτείες, ("We were hungry / Just barely alive" - «Ήμασταν πεινασμένοι / ίσα που ζούσαμε") με την συνομοσπονδία να λιμοκτονεί και να είναι στα πρόθυρα της ήττας. Γίνεται αναφορά στην ημερομηνία 10 Μαΐου 1865, ημερομηνία κατά την οποία το Ρίτσμοντ είχε πέσει προ πολλού. Η 10η Μαΐου σηματοδότησε τη σύλληψη του Προέδρου Jefferson Davis και το οριστικό τέλος της συνομοσπονδίας.
«Virgil Caine είναι το όνομά μου, και υπηρέτησα στο τρένο για το Danville,
Μέχρι που το ιππικό του Stoneman ήρθε και έσκισε τις γραμμές και πάλι.
Τον χειμώνα του '65, ήμασταν πεινασμένοι, μόλις που ζούσαμε.
Στις 10 Μαΐου, το Richmond είχε πέσει, είναι κάτι που θυμάμαι τόσο καλά,
Η νύχτα που έριξαν το Old Dixie κάτω, και οι καμπάνες χτυπούσαν,
Η νύχτα που έριξαν το Old Dixie κάτω, και οι άνθρωποι τραγουδούσαν…
Θυμάμαι τότε με τη σύζυγό μου στο Tennessee, όταν μια μέρα με φώναξε,
Βιργίλιε, γρήγορα, έλα να δεις, κοίτα εκεί ο Robert E. Lee!
Δεν με νοιάζει να κόβω ξύλα και δεν με νοιάζει αν τα λεφτά δεν είναι καλά.
Παίρνεις αυτό που χρειάζεσαι και αφήνεις τα υπόλοιπα.
Αλλά δεν θα έπρεπε να σκοτώσουν τους καλύτερους μας.
Σαν το πατέρα μου πριν από μένα θα δουλέψω την γη.
Και σαν τον αδελφό μου στους ουρανούς. που υπερασπίσθηκε τον Νότο.
Ήταν μόλις δέκα οκτώ, περήφανος και γενναίος, αλλά ένας Γιάνκης τον ξάπλωσε στον τάφο του.
Ορκίζομαι στην λάσπη που είναι στα παπούτσια μου
Ότι δεν ανατρέφεις έναν Κέην για να δειλιάσει»...

Leonidas Polk : Η ηρωικός Λεωνίδας του Νότου ήταν επίσκοπος

Ο Leonidas Polk (Λεωνίδας Πολκ) είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά πρόσωπα του Αμερικάνικου «Εμφυλίου Πολέμου». Επίσκοπος της Επισκοπικής Εκκλησίας και στρατηγός του στρατού της Συνομοσπονδίας, η ζωή του Polk μοιράστηκε ανάμεσα σε αυτά τα δύο με μία μοναδική ιστορική σύνθεση. 

Ο Polk ήταν ένας άνθρωπος με βαθιές θρησκευτικές πεποιθήσεις αλλά ήταν εξίσου αφιερωμένος στον ιερό σκοπό (‘cause’) της Συνομοσπονδίας. Βάφτιζε στρατιώτες την παραμονή των αιματηρών μαχών, τελούσε τελετές, ακόμη και γάμους αξιωματικών, και την ίδια ώρα οδηγούσε τους στρατιώτες του στη μάχη.

Απόγονος Σκωτσέζων και Ιρλανδέζων πιονέρων και γιος αξιωματικού του Πολέμου Ανεξαρτησίας της Αμερικής, ο Λεωνίδας Polk γεννήθηκε στο Raleigh της Βόρειας Καρολίνας το 1806. Ο παππούς του είχε ιδρύσει το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας και ο ξάδερφός του, James, έμελλε να γίνει πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών (James K. Polk, πρόεδρος των ΗΠΑ από 14 Οκτωβρίου 1839 έως 15 Οκτωβρίου 1841). Στην εφηβεία του, ο Λεωνίδας γράφτηκε στην φημισμένη Στρατιωτική Ακαδημία του West Point και αποφοίτησε (8ος από τους 38) ως ανθυπολοχαγός ιππικού το 1827.
Ως δόκιμος, ο Polk σε μεγάλο βαθμό επηρεάστηκε από τον Επισκοπιανό ιερέα που τον βάφτισε και στη συνέχεια, τον έπεισε να γίνει ιερέας. Ο νεαρός υπολοχαγός παραιτήθηκε από τον στρατό και γράφτηκε στο Θεολογική Σχολή της Βιρτζίνια και χειροτονήθηκε το 1831. Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1830, είχε παντρευτεί την Frances Devereux από τη Βόρεια Καρολίνα.

Ο Αιδεσιμότατος κ. Polk υπηρέτησε εκκλησίες στη Βιρτζίνια και το Τενεσί, πριν διοριστεί Ιεραπόστολος Επίσκοπος της Νοτιοανατολικής Αμερικής το 1838. Τρία χρόνια αργότερα, έγινε ο πρώτος Επισκοπικός επίσκοπος της Λουιζιάνα. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο δεκαετιών, ο Polk ίδρυσε εκκλησίες στο Thibodaux, το Napoleonville, το Plaquemine, το Donaldsonville, την Opelousas, και αλλού σε όλη την πολιτεία. Κατά τη διάρκεια της επισκοπής του στη Νέα Ορλεάνη ο ίδιος χειροτόνησε δεκαέξι διακόνους και δεκαεννέα ιερείς. Και ο αριθμός των εκκλησιών αυξήθηκε από 3 σε 33.

Ο επίσκοπος Polk οδήγησε την προσπάθεια για τη δημιουργία του Πανεπιστημίου του Νότου στο Sewanee του Τενεσί και έβαλε το θεμέλιο λίθο εκεί το 1860. Έβλεπε την επισκοπική σχολή σαν "ένα σπίτι για όλες τις τέχνες και τις επιστήμες και την κουλτούρα της λογοτεχνίας στις νότιες πολιτείες."
Ο Πολκ όπως και οι περισσότεροι νότιοι, φοβόταν ότι η εκλογή του Αβραάμ Λίνκολν στην προεδρία το 1860 αντιπροσώπευε μια νέα εποχή επιθέσεων των Ομοσπονδιακών στα δικαιώματα των πολιτειών του Νότου. Όταν η Λουιζιάνα αποσχίστηκε από την Ένωση τον Ιανουάριο του 1861, ο Polk έβαλε στην άκρη τα ράσα του και πήρε το σπαθί για να υπερασπιστεί την πολιτεία του.  
Το 1862 ο Πρόεδρος των Συνομόσπονδων Πολιτειών Αμερικής, Jefferson Davis, τον διόρισε ως στρατηγό στο νέο στρατό των Νοτίων και έγινε ο δεύτερος αρχαιότερος στρατηγός από εκείνη την τάξη κατά τη διάρκεια του πολέμου, πίσω από τον James Longstreet. 

Λίγο αργότερα, ο Polk νίκησε τα στρατεύματα των Βορείων υπό την αρχηγία του στρατηγού Grant στο Belmont του Μιζούρι. Σύντομα έγινε διοικητής σώματος στη θρυλική Στρατιά του Τενεσί (μια από τις μεγαλύτερες στρατιές των νοτίων, η άλλη ήταν η στρατιά της Βόρειας Βιρτζίνιας υπό την διοίκηση του στρατηγού Robert E. Lee) και πολέμησε σε δεκάδες μεγάλες και μικρές μάχες.
Χωρίς ποτέ να ξεχάσει τα χριστιανικά του καθήκοντά και τις απαιτήσεις της πίστης του, (η σημαία του στρατού του Πολκ είχε τον σταυρό) ο «Μαχόμενος Επίσκοπος» ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνος για την μεγάλη πνευματική αναγέννηση που σάρωσε τις στρατιωτικές δυνάμεις του Νότου.

Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1864, ο στρατηγός Polk βοήθησε στην άμυνα της Ατλάντα από τις βάρβαρες επιδρομές των Γιάνκηδων υπό τον William T. Sherman. Σκοτώθηκε στις 14 Ιουνίου, στο Mountain Pine, από πυρά πυροβολικού της Ένωσης, σύμφωνα με την μαρτυρία του στρατιώτη Sam Watkins από το 1ο Σύνταγμα Πεζικού του Tennessee.

Ο χαμός του επηρέασε το ηθικό των στρατιωτών, καθώς ο Πολκ ήταν από τους πιο αγαπητούς στρατηγούς του Νότου και αντιπροσώπευε το άυλο, πνευματικό στοιχείο του συνομοσπονδιακού στρατού. «Εκατοντάδες στρατιώτες της Συνομοσπονδίας έκλαιγαν όταν άκουσαν για το θάνατο του επισκόπου» αναφέρει ο Watkins.
«Η πένα μου δεν μπορεί να περιγράψει το πόσο τον αγαπούσε ο κάθε στρατιώτης. Η απώλειά του μόνο με αυτή του Stonewall Jackson, μπορεί να συγκριθεί. Όταν τον είδα νεκρό, ένιωσα ότι είχα χάσει ένα φίλο που αγαπούσα και σεβόμουν και ότι ο Νότος είχε χάσει έναν από τους καλύτερους και μεγαλύτερους στρατηγούς του» - Sam Watkins, “Co. Aytch: A Confederate Memoir of the Civil War”.

Ο στρατηγός Sherman, που αντιπαθούσε τους Νότιους και δεν είχε σε καμία εκτίμηση τους κληρικούς, έγραψε στον στρατηγό Henry Wager Halleck : "σκοτώσαμε τον επίσκοπο Polk χθες και είχαμε μεγάλη πρόοδο σήμερα..."

Υπήρχε η φήμη ότι ο στρατιώτης των Βορείων που σκότωσε τον Πολκ αμέσως μετά αυτοκτόνησε.
Ο Λεωνίδας Πολκ της Λουιζιάνα θα μείνει στην ιστορία ως ένας άνθρωπος που «στον άμβωνα και στο πεδίο μάχης, έζησε με την παράδοση μιας οικογένειας που προσφέρθηκε ξανά και ξανά πάνω στο θυσιαστήριο της ελευθερίας. Η ιδεολογία του έλεγε ότι ένας άνθρωπος θα πρέπει να αγωνιστεί για αυτό που πίστευε ... ήταν μια πίστη μάχης».

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ 

The Bonnie Blue Flag




«Ουρά! Ουρά! Για τα δικαιώματα του Νότου Ουρά!
Ουρά για την Όμορφη Μπλε Σημαία / που φέρει ένα μόνο αστέρι».


Η ‘Bonnie Blue Flag’ (η όμορφη μπλε σημαία) ήταν μια ανεπίσημη σημαία των Συνομόσπονδων Πολιτειών της Αμερικής (C.S.A.) κατά την έναρξη του αμερικανικού «Εμφυλίου Πολέμου» το 1861. Αποτελείται από ένα ενιαίο, πεντάκτινο άσπρο αστέρι σε μπλε φόντο. Μοιάζει πολύ με τη σημαία της βραχύβιας Δημοκρατίας της Δυτικής Φλώριδας του 1810.


Όταν η πολιτεία του Μισισιπή αποσχίστηκε από την Ένωση τον Ιανουάριο του 1861, εμφανίστηκε στην κορυφή του κυβερνητικού κτιρίου μια σημαία που φέρει ένα μόνο λευκό αστέρι σε μπλε φόντο.
 
Ήταν ο Harry Macarthy (1834-1888) που βοήθησε να διαδοθεί αυτή τη σημαία ως σύμβολο της συνομοσπονδίας με τη σύνθεση του δημοφιλούς τραγουδιού "The Bonnie Blue Flag" στις αρχές του 1861. Μερικές αποσχισθείσες νότιες πολιτείες ενσωμάτωσαν το μοτίβο ενός λευκού αστεριού σε μπλε φόντο στις νέες πολιτειακές σημαίες τους.


Αν και το όνομα "Bonnie Blue" χρονολογείται μόλις από το 1861, αρκετοί συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι η σημαία είναι η ίδια με τη σημαία της Δημοκρατίας της Δυτικής Φλόριντα, η οποία αποσχίσθηκε από την ισπανική Δυτική Φλόριδα τον Σεπτέμβριο του 1810 και προσαρτήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες 90 ημέρες αργότερα.  Το 2006 η πολιτεία της Λουιζιάνα ψήφισε ένα νόμο που ορίζει την "Bonnie Blue" ως την "επίσημη σημαία της Ιστορικής Περιφέρειας της Δημοκρατίας της Δυτικής Φλόριντα".  

Στο γνωστό μυθιστόρημα της Margaret Mitchell που έγινε και ταινία το 1939 “Gone with the Wind”, ο Rhett Butler αποφασίζει να ονομάσει τη νεογέννητη κόρη του "Bonnie Blue Butler" όταν η Melanie Wilkes παρατηρεί ότι τα μάτια της είναι «μπλε όπως η όμορφη μπλε σημαία».

H σκηνή με την "μπλε σημαία" από την ταινία “Gods and Generals”


Οι στίχοι :


We are a band of brothers /And native to the soil,
Fighting for the property / We gained by honest toil;
And when our rights were threatened, / The cry rose near and far--

"Hurrah for the Bonnie Blue Flag / That bears a single star!"
CHORUS: Hurrah! Hurrah! / For Southern rights hurrah!
Hurrah for the Bonnie Blue Flag /  That bears a single star.
As long as the Union /  Was faithful to her trust,
Like friends and like brothers /  Both kind were we and just;
But now, when Northern treachery /  Attempts our rights to mar,
We hoist on high the Bonnie Blue Flag / That bears a single star.--CHORUS
First gallant South Carolina / Nobly made the stand,
Then came Alabama, / Who took her by the hand.
Next quickly Mississippi, / Georgia and Florida
All raised on high the Bonnie Blue Flag / That bears a single star.--CHORUS
Ye men of valor, gather round / The banner of the right;
Texas and fair Louisiana /  Join us in the fight.
Davis, our loved president, / And Stephens statesman are;
Now rally round the Bonnie Blue Flag /That bears a single star.--CHORUS
And here's to old Virginia-- / The Old Dominion State-- Who with the young Confederacy / At length has linked her fate; /
Impelled by her example, / Now other states prepare
To hoist on high the Bonnie Blue Flag / That bears a single star.--CHORUS
Then cheer, boys, cheer; / Raise the joyous shout,
For Arkansas and North Carolina / Now have both gone out;
And let another rousing cheer /  For Tennessee be given,
The single star of the Bonnie Blue Flag / Has grown to be eleven.--CHORUS
Then here's to our Confederacy, / Strong are we and brave;
Like patriots of old we'll fight / Our heritage to save.
And rather than submit to shame, / To die we would prefer;
So cheer for the Bonnie Blue Flag / That bears a single star.--CHORUS   

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / Πηγή

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Rebel Yell!


Το ‘rebel yell’ ήταν η πολεμική κραυγή που χρησιμοποιούσαν οι ηρωικοί στρατιώτες της Συνομοσπονδίας (CSA) κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία του Νότου (1861-1865), που έμεινε γνωστός ως «αμερικάνικος εμφύλιος πόλεμος». Οι Νότιοι στρατιώτες έβγαζαν μια τρομερή κραυγή κατά τη διάρκεια της επίθεσης που εξαπέλυαν, για να φοβίσουν τον εχθρό και να ενισχυθεί το δικό τους ηθικό. Κάτι σαν το δικό μας «Αέρααα!»..



Αυθεντικές ηχογραφήσεις από εκείνη την εποχή βέβαια δεν υπάρχουν, αλλά υπάρχουν ηχητικά κλιπ και βίντεο με βετεράνους του πολέμου να φωνάζουν την «κραυγή του αντάρτη» (rebel yell) πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο.  Η προέλευση της κραυγής είναι αβέβαιη, αν και πιστεύεται ότι έχει επηρεαστεί είτε από τις πολεμικές κραυγές των Ινδιάνων ή την παράδοση της Σκωτσέζικης πολεμικής κραυγής.


Ακούστε το Rebel Yell στο παρακάτω βίντεο μετά το 3:11

Πολλές στρατιωτικές μονάδες είχαν και παρατσούκλια λόγω της εμφανούς ικανότητάς τους να φωνάζουν κατά τη διάρκεια της μάχης. Στο 35ο Τάγμα του Ιππικού της Βιρτζίνια, που ήταν γνωστό και ως "λευκό ιππικό" δόθηκε το παρατσούκλι "Comanches" (Κομάντσι) για τον τρόπο που φώναζαν κατά τη διάρκεια της μάχης.


Σε μια συγκλονιστκή ιστορική ηχογράφηση με βετεράνους του ‘Εμφυλίου Πολέμου’, κατά την 75η επέτειο της Μάχης του Γκέτισμπεργκ, ακούγονται βετεράνοι στρατιώτες της Συνομοσπονδίας να φωνάζουν την rebel yell ως "Wa-woo-Woohoo, wa-woo Woohoo». Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου έχει ένα βίντεο από το 1930 που δείχνει βετεράνους να εκτελούν την κραυγή ατομικά και όλοι μαζί ως ομάδα. Η σκηνή με τους Νότιους παππούδες με τις στολές τους να ουρλιάζουν, όπως έκαναν στα πεδία των μαχών, είναι όντως συγκινητική. Εκτός αυτού, το 1935, καταγράφτηκε η κραυγή από ένα βετεράνο από την Βόρεια Καρολίνα ηλικίας 90 ετών. Δείτε το βίντεο:


Στο κλασσικό έργο της Margaret Mitchell “Gone with the Wind” (‘Όσα Παίρνει ο Άνεμος’) υπάρχει η κραυγή που ηχεί ως «Yee-aay-eee» όταν γίνεται γνωστό ότι ξέσπασε ο πόλεμος. Η κινηματογραφική εκδοχή, αντίθετα, έχει την κραυγή να ηχεί ως "yay-hoo" που επαναλαμβάνεται πολλές φορές γρήγορα.


Στο ντοκιμαντέρ του Ken Burns «Ο Εμφύλιος Πόλεμος» (The Civil War) ο Shelby Foote αφηγείται την ιστορία ενός ηλικιωμένου βετεράνου στρατιώτη της Συνομοσπονδίας που είχε προσκληθεί να μιλήσει σε ένα δείπνο κυριών και όταν του ζητήθηκε να κάνει επίδειξη του rebel yell, αρνήθηκε λέγοντας ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο «σε μια επίθεση», και δεν θα μπορούσε να γίνει ούτως ή άλλως με "ένα στόμα γεμάτο από ψεύτικα δόντια και μια κοιλιά γεμάτη φαγητό".


Η κραυγή συχνά συνδέεται με τις κραυγές που έβγαζαν οι Ινδιάνοι όταν έκαναν επίθεση. Οι Νότιοι στρατιώτες μπορεί να μιμούνταν ή να είχαν μάθει να φωνάζουν όπως οι Ινδιάνοι, καθώς πολλοί Ινδιάνοι πολέμησαν μαζί με τη Συνομοσπονδία κατά των Γιάνκηδων.


Κάποιοι ιστορικοί πιθανολογούν την προέλευση της κραυγής στις πολεμικές κραυγές των Σκωτσέζων Highlanders.

Η άποψη ότι η κραυγή είναι κέλτικης προέλευσης στηρίζεται στην πρώτη απογραφή του πληθυσμού των Ηνωμένων Πολιτειών το 1790, που αποκάλυψε μια καλά καθορισμένη εθνοτική διαίρεση μεταξύ των βορείων και των νοτίων πολιτειών. Στη Νέα Αγγλία (βόρειες πολιτείες) το 75 τοις εκατό των ανθρώπων ήταν Αγγλοσάξονες στην καταγωγής, ενώ οι Κέλτες ήταν περισσότεροι από τους Αγγλοσάξονες στο Νότο. Μια δεκαετία πριν από τον ‘Εμφύλιο’ ο Νότος - από τη Βιρτζίνια έως το Τέξας πιθανώς, τα τρία τέταρτα ήταν Κέλτικης καταγωγής.


Μια τελική εξήγηση για την προέλευση του rebel yells, είναι ότι αυτή είχε εν μέρει υιοθετηθεί από τις κραυγές που έβγαζαν οι άνδρες που είχαν με εμπειρία στο κυνήγι της αλεπούς.



Μια από τις πρώτες αναφορές της χρήσης της κραυγής προέρχεται από την Πρώτη Μάχη της Manassas (Bull Run) κατά τη διάρκεια της οποίας ο θρυλικός στρατηγός Thomas Jonathan ‘Stonewall’ Jackson επιτέθηκε στο σπίτι Henry House Hill. Έδωσε εντολή για επίθεση με ξιφολόγχες προτρέποντας του στρατιώτες να «ουρλιάζουν σαν Ερινύες» ("yell like furies"). Δείτε την σκηνή στο βίντεο στο τέλος από την επική ταινία "Gods and Generals" (στο 8:00 του βίντεο).


«Προέκυψε ένας μανιακός ήχος. Ένας διεισδυτικός, διαπεραστικός οξύς θόρυβος που σου έκοβε το αίμα και που μπορούσε να ακουστεί από μίλια μακριά και ο οποίος έφθανε στον ουρανό, με ένα τρόπο που δεν βγαίνει από το λαιμό υγιών ανδρών, αλλά ανδρών στους οποίους η κοχλάζουσα έκρηξη μιας φανταστικής κόλασης δεν ελέγχεται». Αντισυνταγματάρχης Keller Anderson της Ταξιαρχίας Orphan του Κεντάκυ. 

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

"Sic semper tyrannis!"

Πότε θα βγει καμία ταινία για τον John Wilkes Booth;
«Αφού με κυνήγησαν σαν ένα σκυλί μέσα από τους βάλτους, τα δάση, και ... με κυνήγησαν με βάρκες γεμάτες οπλισμένους άνδρες, μέχρι που αναγκάστηκα να επιστρέψω βρεγμένος, παγωμένος, πεινασμένος και, με τα χέρια όλων να είναι εναντίον μου, είμαι εδώ βρισκόμενος σε απόγνωση. Και γιατί; Γιατί έκανα αυτό που έκανε ο Βρούτος και τιμήθηκε και ονομάστηκε Ήρωας. Και όμως εγώ χτύπησα έναν μεγαλύτερο τύραννο από όσους υπήρξαν και με θεωρούν κοινό φονιά ... Δεν ήλπιζα ότι θα είχα κάποιο κέρδος. Δεν έκανα κάποιο λάθος. Χτύπησα για τη χώρα μου και μόνο για αυτή... δεν έχω μετανοήσει για το χτύπημα. Ίσως το κάνω ενώπιον του Θεού μου, αλλά όχι μπροστά σε κανέναν άνθρωπο».

Αυτά είναι τα τελευταία λόγια από το ημερολόγιο του John Wilkes Booth, του νεαρού όμορφου άντρα, που σαν ‘θεός της εκδίκησης’, στις 14 Απριλίου 1865, σκότωσε τον Αβραάμ Λίνκλον στο Θέατρο Ford της Ουάσιγκτον, φωνάζοντας "Sic semper tyrannis"!

Το "Sic semper tyrannis" που σημαίνει «Έτσι πάντα στους τυράννους», είναι μια λατινική φράση που φέρεται να ειπώθηκε από τον Βρούτο κατά τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα.
Με τον καιρό η φράση έχει χρησιμοποιηθεί ιστορικά στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου ως επίθετο ή σύνθημα κατά της κατάχρησης εξουσίας. Είναι επίσης, το επίσημο σύνθημα της Κοινοπολιτείας της Βιρτζίνια.

Επιστρέφοντας στο ημερολόγιο του Booth, βλέπουμε πως ο ίδιος όπως και πολλοί νότιοι της εποχής του, αντιλαμβανόταν ως «χώρα του» (‘country’), όχι μια συλλογή πολιτειών με τα σημερινά δημογραφικά στοιχεία, αλλά το Νότο, έναν αγροτικό πολιτισμό, πλούσιο στις δικές του παραδόσεις.

Ο Booth παραμένει ένας ενδιαφέρον χαρακτήρας: Από το Maryland, ένθερμος οπαδός της συνομοσπονδίας, και ένας διάσημος ηθοποιός του θεάτρου, με γοητευτικό πρόσωπο και καλή εμφάνιση. Ένα πρόσωπο σταρ της σύγχρονης εποχής. Ήταν αυτά τα στοιχεία που τελικά του έδωσαν πρόσβαση στο Θέατρο Ford και στον Lincoln, του οποίου ο χαμός άλλαξε δραματικά την πορεία της αμερικανικής ιστορίας.
Ο John Wilkes Booth γεννήθηκε στις 10 Μαΐου 1838 στο Bel Air του Maryland, και προερχόταν από εξέχουσα θεατρική οικογένεια του 19ου αιώνα. Ο πατέρας του, Junius Brutus Booth, υπήρξε Βρετανός Σεξπηρικός ηθοποιός που ήρθε με τη γυναίκα στην Αμερική από την Βρετανία το 1821.

Ο John Wilkes Booth ήδη από τη δεκαετία του 1860, ήταν και αυτός ένας πολύ γνωστός ηθοποιός. Στο θρήσκευμα ήταν Επισκοπικός προτεστάντης αλλά μετά άλλαξε και έγινε Ρωμαιοκαθολικός. Υπήρξε υποστηρικτής του Νότου, ενάντιος στον Λίνκολν και αντίθετος με την κατάργηση της δουλείας.

Ο Booth και μια ομάδα συνωμοτών αρχικά σχεδίαζαν να απαγάγουν τον Λίνκολν, αλλά αργότερα το σχέδιο ήταν να τον σκοτώσουν, μαζί και τον αντιπρόεδρο Άντριου Τζόνσον, και τον Υπουργό Εσωτερικών William H. Seward, σε μια προσπάθεια να βοηθήσουν τη συνομοσπονδία.  Αν και ο στρατός του στρατηγού Robert E. Lee είχε παραδοθεί τέσσερις ημέρες νωρίτερα, ο Booth πίστευε ότι ο πόλεμος δεν είχε ακόμα τελειώσει για το Νότο, γιατί ο στρατηγός Joseph E. Johnston αγωνίζονταν ακόμα κατά του στρατού της Ένωσης. Από τους συνωμότες, μόνο Booth ήταν απολύτως επιτυχής στην εκτέλεση του σχεδίου. Ο Booth πυροβόλησε μία φορά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του Lincoln. Πέθανε το επόμενο πρωί. Ο Seward τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά συνήλθε. Ο αντιπρόεδρος Johnson ποτέ δεν δέχτηκε επίθεση.

Μετά τη δολοφονία, ο Booth διέφυγε με το άλογό του για το νότιο Μέριλαντ, και τελικά κατέφυγε σε ένα αγρόκτημα στην αγροτική βόρεια Βιρτζίνια 12 ημέρες αργότερα, όπου και εντοπίστηκε. Οι σύντροφοι του Booth τον εγκατέλειψαν, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε να παραδοθεί και πυροβολήθηκε από έναν στρατιώτη της Ένωσης αφού έκαψε το στάβλο στον οποίον κρυβόταν. Οκτώ άλλοι συνωμότες ή ύποπτοι δικάστηκαν και καταδικάστηκαν, και τέσσερις απαγχονίστηκαν λίγο αργότερα.

Μερικά χρόνια αργότερα, διάφοροι συγγραφείς υποστήριξαν ότι ο Booth δραπέτευσε και στη συνέχεια πέθανε πολλά χρόνια αργότερα, κάτω από ένα ψευδώνυμο.

Ο πρόωρος θάνατος του Λίνκολν από τον Booth στοιχειώνει ακόμα και συναρπάζει τους Αμερικανούς. Οι θεωρίες αφθονούν σχετικά με τα γεγονότα γύρω από τη δολοφονία, καθώς και τα πρόσωπα κλειδιά πίσω από την δολοφονία.


"Κατά τη στιγμή της δολοφονίας του, υπήρχαν τέσσερις κύριες θεωρίες συνωμοσίας γύρω από τη δολοφονία του Λίνκολν," λέει ο Michael J. Deeb, συγγραφέας του ‘The Lincoln Assassination’ (Η δολοφονία του Λίνκολν), ένα νέο μυθιστόρημα σχετικά με το θέμα του θανάτου του Λίνκολν. "Εκείνη την εποχή, ήταν ευρέως διαδεδομένο ότι η Καθολική Εκκλησία είχε κάτι να κάνει με αυτό, ή ότι ο αντιπρόεδρος Johnson ήταν μέσα στο κόλπο. Ή μήπως ήταν οι φανατικοί στο Κογκρέσο ή η συνομόσπονδη κυβέρνηση. "Αλλά ήταν κάτι από όλα αυτά αλήθεια;
Το 2011 βγήκε η ταινία, “The Conspirator”, (‘Ύποπτη Συνομωσίας’) με πρωταγωνιστή την Robin Wright και σκηνοθεσία από τον βραβευμένο με Όσκαρ Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Η ταινία εξετάζει το ρόλο κάποιας Mary Surratt στο θάνατο του Λίνκολν, ενός προσώπου που πολλοί, για σχεδόν 150 χρόνια, έχουν υποστηρίξει την αθωότητά του ως προς την κατηγορία που την οδήγησε τελικά στην εκτέλεση (την απαγχόνισαν). Ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.
 
Όποια γνώμη και να έχει κάποιος για τον ρόλο της Surratt (ή του Δρ Samuel Mudd), ο John Wilkes Booth δεν ήταν ένας τρελός, που το Χόλιγουντ και οι ιστορικοί συχνά παρουσιάζουν, ούτε ήταν ο μόνος που είχε ως στόχο της ζωής του να βγάλει από την μέση τον άνδρα που είχε τερματίσει τα όνειρα του Νότου για ανεξαρτησία, και μετά από δεκαετίες προσπαθειών ομογενοποίησής του, τη μοναδικότητά του ως ξεχωριστή πατρίδα και τόπο.
Στην πραγματικότητα, και παρά το ό, τι έχει γραφτεί από την ιστορία, ο Booth ήταν ένας ήρωας για μεγάλο αριθμό Αμερικανών, και, εκείνη την εποχή, ο Αβραάμ Λίνκολν δεν ήταν ο ‘ημίθεος’ που παρουσιάζεται από γενιά σε γενιά μέσω της προκατάληψης, του φόβου, και του ‘ξεπλύματος’ από τους ιστορικούς. «Όποιος ξεκινά μια μελέτη για τον Αβραάμ Λίνκολν», έγραψε ο Robert W. Johannsen στο βιβλίο ‘Lincoln, The South, and Slavery’, «πρέπει πρώτα να συμβιβαστεί με το μύθο Λίνκολν. Η προσπάθεια να ξεπεράσει την κρούστα του μύθου που περιβάλλει τον Λίνκολν ... είναι τόσο τρομερή. "
Ο John M. Barr έγραψε στο “The Tyrannicides Reception” το 1989: Δεν πιστεύουν όλοι σε αυτή τη χώρα ότι ο Λίνκολν πήγε στον Παράδεισο και ο Booth στην κόλαση. Μεγάλος αριθμός ανθρώπων πιστεύει ακριβώς το αντίθετο.
Η Kate Stone ήταν ένας τέτοιος άνθρωπος. Μετά τον θάνατο του Booth, η χρονικογράφος έγραψε (Brokenburn: The Journal of Kate Stone, 1861 - 1868), "Καημένε Booth, έπεσες τελικά. Πολλοί με μια πραγματική καρδιά για το Νότο, θρηνούν για το θάνατό του."
Οι θρήνοι και οι γιορτές τελείωσαν σύντομα, καθώς ο Νότος γνώρισε την καταπίεση και τον ολοκληρωτισμό από τον Άντριου Τζόνσον, τον διάδοχο του Λίνκολν.
"Η Δικτατορία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιτυχημένη προσπάθεια του Βορρά για τη διατήρηση της Ένωσης με τη δύναμη των όπλων," έγραψε ο Clinton Rossiter, συγγραφέας του βιβλίου «Συνταγματική Δικτατορία», ένα έργο που ασκεί κριτική στους Λίνκολν και Johnson, των οποίων η κυβέρνηση κατ’ επανάληψη παραβίασε την απόφαση της Σύμβασης της Γενεύης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι οποίοι στη σύγχρονη εποχή, θα λογίζονταν «εγκληματίες πολέμου», όπως κρίθηκαν άλλοι συμπεριλαμβανομένου του Σαντάμ Χουσεΐν και του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς.
 

Περαιτέρω, το γεγονός ότι το σύνταγμα καταλύθηκε και ο Λίνκολν επέλεξε να αγνοήσει το νόμο και να καταστείλει ένα λαό δεν είναι κάτι που λέγεται συχνά από την mainstream ιστορία, αλλά σίγουρα ήταν γνωστό στην πολιτεία του Μέριλαντ, της οποίας ένας από τους γιους της ήταν ο John Wilkes Booth. Μπορούμε να θυμηθούμε τον Booth να φωνάζει “sic semper tyrannis”, καθώς ορμούσε στη σκηνή του θεάτρου Ford. "Οι άνθρωποι παντού, που έχουν λυγίσει και έχουν τη δύναμη, έχουν το δικαίωμα να ξεσηκωθούν και να αποτινάξουν την υπάρχουσα κυβέρνηση, και να φτιάξουν μια νέα που θα είναι καλύτερη," τραγούδησε ο Lincoln από το δάπεδο του Κογκρέσου, στις 12 Ιανουαρίου 1848. "Αυτό είναι ένα πολύτιμο, ένα ιερό δικαίωμα - ένα δικαίωμα που ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι υπάρχει για να απελευθερώσουμε τον κόσμο".
 
«Η Ιστορία δεν είναι ιστορία, εκτός αν είναι η αλήθεια», είπε ο Λίνκολν, αφήνοντας κάποιον να αναρωτηθεί τι θα σκεφτόταν για τη λατρεία, τον μύθο και την διαστρέβλωση της πολιτικής και των λόγων του, που περιβάλλει την εικόνα του σήμερα.

"Ποτέ δεν θα μετανοήσω, αν και μισούμε να σκοτώνουμε," έγραψε ο Booth στο ημερολόγιό του, αλλά τα πολύ τελευταία του λόγια είναι αυτά που λένε την ιστορία του καλύτερα. "Πείτε στη μητέρα μου, ότι πέθανα για την πατρίδα μου."